Θυμάσαι που μετά το πήραμε ποδαράτα από τον Πλατανιά, πετάξαμε τα παπούτσια στο χαντάκι και κουρσέψαμε ότι μποστάνι βρήκαμε στο διάβα μας, καρπούζια, πεπόνια, αγγούρια και ντομάτες; Κάτσαμε στην άκρη του δρόμου στην άσφαλτο που έβραζε και γευτήκαμε τους καρπούς της παρανομίας μας σαν να μην είχαμε ξαναφάει και σαν να μην μας έμελλε να ξαναφάμε καρπούζι;
Θυμάσαι που όχι μόνο υποχρεώσαμε σχεδόν έναν ταξιτζή που πετύχαμε στο δρόμο να παρανομήσει και να στοιβάξει τόσους στο ταξί, μα του βάλαμε και φέσι αφού ότι είχε απομείνει στην τσέπη μας δεν έσωνε για την κούρσα;
Θυμάσαι τι μας έσουραν στα σπίτια μας, σαν έμαθαν οι γονείς μας τα κατορθώματα μας; Οι γονείς μας που έβγαζε η γλώσσα τους μαλλί και κέρατο για να μας φτιάξουν ανθρώπους, χρήσιμους, νομοταγείς, συνεπείς;
Θυμάσαι η τώρα που μεγάλωσες και έγινες και εσύ ευυπόληπτος, ώριμος, συνεπής, νομοταγής, επιτυχημένος ξερόλας, βολεμένος, νοικοκύρης μπήκες στην φορμόλη, αποστείρωσες τις μνήμες σου και σηκώνεις το δάχτυλο σαν σκανδάλη παγωμένου όπλου στην νιότη;
Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό πως θα μπορούσε να μας κάνει τσακωτούς ο οδηγός τότε και να συμβεί κάτι «κακό» όπως κακή ώρα συνέβη με τον δεκαεννιάχρονο «τζαμπατζή» κατά τους χωρίς μνήμη και ψυχή αποστειρωμένους, βολεμένους, πνευματικούς και μη μαϊντανούς;
Αν δεν θυμάσαι στάσου στον καθρέφτη να θυμηθείς!
Θυμάσαι πως δεν ήσουνα κωλόπαιδο;
Κανένας μας δεν ήταν κωλόπαιδο! Παιδιά ήμασταν με όνειρα και την αψάδα της νιότης περισσή. Κι αν κάποιοι γίναμε κωλο-ενήλικες στην πορεία, δεν γίναμε γιατί εθιστήκαμε εκείνο το βράδυ, στην ανομία και το τζαμπατζιλίκι. Γίναμε γιατί βάλαμε το παιδί που ήμασταν στην φορμόλη, γιατί ξεπουλήσαμε τα όνειρα μας, τα παίξαμε στο χρηματιστήριο, τα εξαργυρώσαμε για μια πετυχημένη καριέρα, μια θεσούλα, μια επιχείρηση, ένα όνομα, μια φήμη, ένα θηριώδες αυτοκίνητο, ένα σκάφος, ένα σπίτι πολυτελές, ταξίδια , μια γκόμενα σιλικονάτη και έναν γκόμενο φραγκάτο και ένα γλοιώδες νοικοκυριλίκι.
Αν δεν θυμάσαι τράβα σαν ψοφίμι που κατάντησες και χώσε και την γλώσσα σου και το δάχτυλο στην φορμόλη μαζί με το νεκρό μυαλό και την ανύπαρκτη ψυχή σου. Είναι εκεί ο κόσμος σου , αυτός που διάλεξες!
Εγώ;
Α! Όχι! Πηδάω από το βάζο, δεν την αντέχω την φορμόλη πια εγώ! Θα πετάξω τα παπούτσια στο χαντάκι όπως τότε και όσο εσύ θα χαζεύεις από την φορμόλη πεφταστέρια και πανσέληνους θα πιάσω από το χέρι όλα τα Αστέρια-Ανθρώπους που ποδοπάτησες, θα μπούμε τζαμπατζήδες στο λεωφορείο και θα τους δείξω πως κουρσεύαμε νέοι μποστάνια… για να μη ζω άλλο τζάμπα ρε!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου